Ένα κτίριο που φέρει τη σφραγίδα του Άρη Κωνσταντινίδη (1913-1993), ενός από τους πιο σημαντικούς εκφραστές της ελληνικής αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
| Τοποθεσία: | Κεντρική πλατεία Ιωαννίνων |
| Χρονολογία: | Αρχές δεκαετίας 1970 |
| Χρήση: | Καφέ - Εστιατόριο |
| Διεύθυνση: | Πλατεία Πύρρου, Ιωάννινα |
Το εστιατόριο-καφενείο κατασκευάστηκε το 1971. Λίγο νωρίτερα είχε ανεγερθεί, σε σχέδια επίσης του Άρη Κωνσταντινίδη, το Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την «Όαση».
Η «Όαση» δεν αποτελεί απλώς ένα στοιχείο του δομημένου περιβάλλοντος της πόλης. Αποτελεί ένα σημείο αναφοράς για τον δημόσιο χώρο, ένα τοπόσημο.
Σε σημαντικό βαθμό, η συμβολή της «Όασης» στη φυσιογνωμία της πόλης καθορίστηκε από τη θέση στην οποία βρίσκεται: Στην κεντρική πλατεία.
Η κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, η πλατεία Πύρρου όπως ονομάζεται επίσημα, άρχισε να διαμορφώνεται τη δεκαετία του 1920, βάσει του πολεοδομικού σχεδίου. Επί οθωμανοκρατίας, στην περιοχή αυτή βρισκόταν ένα οθωμανικό νεκροταφείο και δίπλα ακριβώς ένα από τα πιο σημαντικά τζαμιά της πόλης, το Ναμάζ Γκιαχ. Το τζαμί αυτό κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του ’30 για να χτιστεί το διοικητήριο της τότε Νομαρχίας Ιωαννίνων (και νυν Περιφέρειας Ηπείρου).
Με τη διαμόρφωση της πλατείας, ξεκίνησε και η λειτουργία ενός μικρού δημοτικού καφενείου που ονομαζόταν «Αύρα». Εκεί περιστασιακά λειτουργούσε και υπαίθριο σινεμά. Σε κινηματογραφικό περιοδικό της εποχής, πανελλαδικής κυκλοφορίας, έχει καταγραφεί η εξής αναφορά: «Ιωάννινα-Αύρα: Προεβλήθη το έργον ‘Αστέρω’ με ικανοποιητικήνεπιτυχίαν και ένα Ζουρνάλ της Νταγκ Φιλμ. Διέκοψε τας εργασίας του λόγω του ψύχους».
Το 1931, ο Δήμος αποφάσισε να ανεγείρει ένα νέο, πέτρινο καφενείο. Εκτιμάται ότι το καφενείο αυτό μετονομάστηκε από «Αύρα» σε «Όαση» μεταπολεμικά, όταν και έγινε επέκταση της κτιριακής υποδομής με το σκεπτικό ότι το υφιστάμενο δημοτικό καφενείοδεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες των δημοτών. Όπως αναφέρεται σε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου: «Το κατασκευασθέν δημοτικόν καφενείον παρά τη κεντρική πλατεία επί της παρόδου του χρόνου και εκ της ανάγκης των πραγμάτων δεν ανταποκρίνεται πλήρως προς εξυπηρέτησιν των δημοτών της πόλεως και του συνόλου καθ’ όσον ο οικοδομήσιμος χώρος δεν ανταποκρίνεται προς τας προσδοκίας και των σκοπιμοτήτων, δι ην εγένετο και έχει ανάγκην εκτάσεώς τινός, ήτις δύναται να πραγματοποιηθή διά της επεκτάσεως της προς ανατολάς κειμένης τζαμαρίας».
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο Δήμος Ιωαννιτών έβαλε μπροστά το σχέδιο για την πρώτη μεγάλη ανάπλαση της κεντρικής πλατείας. Η τότε δημοτική αρχή ήθελε να «φτιάξει έναν φυσικό εξώστην με θέαν προς τη λίμνην αποδοθησομένου ολοκληρωτικώς εις το κοινόν».
Η νέα πλατεία έγινε πραγματικότητα λίγα χρόνια μετά.
Για την «Όαση», η νέα εποχή ξεκίνησε το 1970, με τη διορισμένη από τη Χούντα δημοτική αρχή να δίνει έμφαση σε έργα εξωραϊσμού. Δήμαρχος ήταν ο Σπύρος Φιλίππου, ο οποίος γνώριζε τον Άρη Κωσταντινίδη και εκτιμούσε το αρχιτεκτονικό του έργο.
Σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Φιλίππου ανέφερε: «Όσον αφορά την αρχιτεκτονικήν μελέτην πρέπει να την δώσωμεν εις πεπειραμένον αρχιτέκτονα. Τοιούτος δε, δεν υπάρχει εις Ιωάννινα. Προτείνω τον κ. Άρη Κωνσταντινίδη ο οποίος διετέλεσε διευθυντής των Αρχιτεκτονικών Μελετών του ΕΟΤ, γνωρίζει τα Ιωάννινα καλώς, έχει μελετήσει το κτίριον του Κρατικού Μουσείου της πόλεώς μας και θεωρώ οιούτον ως τον πλέον ενδεδειγμένον».
Για τον σχεδιασμό της νέας «Όασης», ο τοπικός Τύπος σημείωνε: «Βάσει του προσχεδίου το κέντρον θα έχη δύο αίθουσες εστιατορίου και καφεζαχαροπλαστείου, δυναμικότητος 150 ατόμων εκάστη. Επίσης το κέντρον θα διαθέτη σαλόνι και όλους τους απαραίτητους χώρους. Το εστιατόριον θα είναι ενός ορόφου και θα αποτελείται κυρίως από ‘τζαμαρίας’».
Έναν χρόνο μετά, το 1971, η μελέτη ήταν έτοιμη. Η νέα «Όαση», με την υπογραφή του Κωνσταντινίδη, άνοιξε τις πόρτες της το καλοκαίρι του 1973. Ένα κτίριο με έναν σκελετό από εμφανές μπετόν αρμέ και μεγάλες γυάλινες επιφάνειες, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, με διασύνδεση των ανοιχτών, κλειστών και ημιυπαίθριων χώρων, με θέαση της λίμνης αλλά της πλατείας.
Ένα κτίριο που σχεδιάστηκε σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, με σαφή πρόθεση να μην «ανταγωνιστεί» τον δημόσιο χώρο –αντιθέτως να τον διευρύνει- και με την επιδίωξη να «συνομιλήσει» με το Αρχαιολογικό Μουσείο, με το οποίο η «Όαση» παρουσιάζει τυπολογική συγγένεια. Ο Άρης Κωνσταντινίδης ήταν ο άνθρωπος που έβαλε ουσιαστικά τα Ιωάννινα στον χάρτη του αρχιτεκτονικού μοντερνισμού.
Το εστιατόριο-καφενείο, με τη νέα του μορφή,συνέχισε να αποτελεί έναν σημαντικό τόπο κοινωνικής συνάθροισης και ψυχαγωγίας.
Ωστόσο, τα σημάδια φθοράς και εγκατάλειψης του κτιρίου της «Όασης» άρχισαν να εμφανίζονται και να γίνονται πιο έντονα τη δεκαετία του ’90. Με τον χάρτη της ψυχαγωγίας να αλλάζει στην πόλη και με τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες να μεταβάλλονται, η «Όαση» άρχισε να παίρνει έναν άλλον χαρακτήρα, με τους κατά καιρούς ιδιώτες μισθωτές να προχωρούν σε διάφορες παρεμβάσεις που δεν συμβάδιζαν ούτε με την αρχιτεκτονική ούτε με την κοινωνική δυναμική του κτιρίου.
Το 2003 ήρθε ο χαρακτηρισμός της «Όασης» ως διατηρητέου κτιρίου από το υπουργείο Πολιτισμού, μετά από αίτημα φορέων και συλλογικοτήτων της πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή κι αφού χρειάστηκε κάποιος χρόνος, η πόλη επαναξιολόγησε τη σημασία της «Όασης» στο αστικό τοπίο και τον νέο ρόλο που θα έπρεπε να έχει όντας πια νεότερο μνημείο.
Την περίοδο 2010-2015, ξεκίνησαν και ολοκληρώθηκαν από τον Δήμο Ιωαννιτών οι εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου του Κωνσταντινίδη με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ. Το 2016, έγιναν τα εγκαίνια της αποκατεστημένης «Όασης».
Σήμερα, το εστιατόριο-καφενείο βρίσκεται υπό τη διαχείριση της Δημοτικής Ανώνυμης Εταιρείας Ακινήτων Ιωαννίνων (ΔΗ.ΑΝ.ΕΤ.Α.Ι.), η οποία το μισθώνει σε ιδιώτη.